απαλλάσσω

(AM ἀπαλλάσσω κ. -ττω) [αλλάσσω]
Ι. ενεργ.
1. αφαιρώ, απομακρύνω κάτι κακό από κάποιον, ελευθερώνω, ανακουφίζω
2. αποσύρω κατηγορία, αθωώνω
II. (μέσ. κ. παθ.) απελευθερώνομαι, γλυτώνω
αρχ.
ενεργ. (μτβ. κ. αμτβ.)
1. ξεφορτώνομαι, ξεμπλέκω, απελευθερώνομαι, γλυτώνω
2. φέρνω σε πέρας, τελειώνω
(μτβ.)
3. διώχνω, απολύω
4. καταστρέφω, εξαφανίζω
5. (Δικαν.) απαλλάσσω, ανακουφίζω κάποιον από τα χρέη του
6. (ενεργ. κ. μέσ.) αναχωρώ, φεύγω
7. (μέσ. κ. παθ.) πεθαίνω
8. αφήνω, εγκαταλείπω
9. είμαι μακριά ή κατώτερος από κάποιον
10. απόλ. παύω, σταματώ
11. αποσύρω ποινική δίωξη
12. συμφιλιώνομαι
13. φρ. α) «ἀπαλλάσσομαι ἐκ παίδων» — ενηλικιώνομαι
β) «ἀπαλλάσσομαι τοῡ βίου» — πεθαίνω
«ἀπαλλάσσομαι τοῡ λέχους» — διαλύω τον γάμο μου, χωρίζω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀπαλλάσσω — set free pres subj act 1st sg ἀπαλλάσσω set free pres ind act 1st sg ἀπαλλάσσω set free pres subj act 1st sg ἀπαλλάσσω set free pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απαλλάσσω — απαλλάσσω, απάλλαξα βλ. πίν. 27 Σημειώσεις: απαλλάσσω : σε επίσημο ύφος λόγου απαντάται και η εσωτερική αύξηση (απήλλασσα, απήλλαξα) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • απαλλάσσω — [апалассо] р. освобождать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • απαλλάσσω — απάλλαξα, απαλλάχτηκα, απαλλαγμένος, ελευθερώνω, γλιτώνω: Οι κατηγορούμενοι απαλλάχτηκαν με βούλευμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπαλλάξουσι — ἀπαλλάσσω set free aor subj act 3rd pl (epic) ἀπαλλάσσω set free fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀπαλλάσσω set free fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀ̱παλλάξουσι , ἀπαλλάσσω set free futperf ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαλλάξουσιν — ἀπαλλάσσω set free aor subj act 3rd pl (epic) ἀπαλλάσσω set free fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀπαλλάσσω set free fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀ̱παλλάξουσιν , ἀπαλλάσσω set free futperf ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαλλάξοντα — ἀπαλλάσσω set free fut part act neut nom/voc/acc pl ἀπαλλάσσω set free fut part act masc acc sg ἀ̱παλλάξοντα , ἀπαλλάσσω set free futperf ind act neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) ἀ̱παλλάξοντα , ἀπαλλάσσω set free futperf ind act masc acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαλλάξοντι — ἀπαλλάσσω set free fut part act masc/neut dat sg ἀπαλλάσσω set free fut ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱παλλάξοντι , ἀπαλλάσσω set free futperf ind act masc/neut dat sg (doric aeolic) ἀ̱παλλάξοντι , ἀπαλλάσσω set free futperf ind act 3rd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαλλαξόμεθα — ἀπαλλάσσω set free aor subj mid 1st pl (epic) ἀπαλλάσσω set free fut ind mid 1st pl ἀ̱παλλαξόμεθα , ἀπαλλάσσω set free futperf ind mp 1st pl (doric aeolic) ἀπαλλάσσω set free aor subj mid 1st pl (epic) ἀπαλλάσσω set free fut ind mid 1st pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπαλλάξατε — ἀπαλλάσσω set free aor imperat act 2nd pl ἀ̱παλλάξατε , ἀπαλλάσσω set free aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀπαλλάσσω set free aor imperat act 2nd pl ἀπᾱλλάξατε , ἀπαλλάσσω set free aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀπαλλάσσω set free aor ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.